';

Η αρχή της ιστορίας της Μυροβόλου Άνοιξης στην Καβάλα χάνεται στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και είναι μια ιστορία τόσο αληθινή που ακούγεται σαν παραμύθι. Τέτοια παραμύθια ξέρουν να τα αφηγούνται καλύτερα απ’όλους άνθρωποι ηλικιωμένοι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Αυτοί οι άνθρωποι θα σου πούν για το πρώτο μαγαζί στην οδό Κουντουριώτου το 1931, που ξεκίνησε σαν ζαχαροπλαστείο σε μια εποχή που τα ζαχαροπλαστεία ήταν χώρος συνάθροισης της αστικής τάξης της πόλης.

Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι θυμούνται πολλά αλλά ξεχνάνε ακόμα περισσότερα κι έτσι μέσα από αφηγήσεις πληροφορηθήκαμε ότι μετακόμισε το 1952 στην οδό Ομονοίας για να φωλιάσει μπροστά στο πλακόστρωτο κομμάτι της Ερυθρού Σταυρού το 1971, μια ανάσα από το γραφικό λιμάνι της Καβάλας, με το επιβλητικό κάστρο να δεσπόζει πάνω από τα ψαροκάϊκα συνθέτοντας μια εικόνα ξεχωριστή. Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, η Μυροβόλος κατάφερε να διατηρήσει τον χαρακτήρα της, πάντα λίγο διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε σαν μόδα, πάντα λίγο πιο δίπλα δίνοντας χώρο στο διαφορετικό, στο παράξενο, στο όμορφο να αναπνεύσει και να αναπτυχθεί.

Τότε λοιπόν, μέσα σε μια γκρίζα εποχή, στην Μυροβόλο γεννήθηκαν παρέες που έγραψαν ιστορία μέσα από χαρούμενα τσουγκρίσματα ποτηριών αλλά και μέσα από ζόρικες καταστάσεις και καφέδες της παρηγοριάς. Εκεί, στο πατάρι της Μυροβόλου, τα αγόρια φιλούσανε κορίτσια με πολύχρωμα ρούχα και σβήνανε την κάψα τους στην γλύκα των αχνιστών λουκουμάδων, με την μυρωδιά της κανέλλας να απλώνεται στην ατμόσφαιρα.

Όταν έπεφτε η νύχτα και οι γυναίκες έπρεπε να είναι στο σπίτι το αργότερο στις 8 και να κεντάνε άντε και να πλέκουν οι πιο μερακλούδες, στην Μυροβόλο σύχναζαν οι πιο τολμηρές και ανεξάρτητες, για να πιούνε τα βερμουτάκια τους και να χορέψουν με Olympians και Πασχάλη χωρίς να δίνουν δεκάρα για το τι θα πει ο κόσμος, ένας κόσμος που άλλαζε μέρα με την μέρα και διάλεγε ολοένα και περισσότερο την Μυροβόλο για την διασκέδαση και παράλληλα, χωρίς να το ξέρει ίσως, για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του, αλλά και τον χαρακτήρα της Μυροβόλου που αποχαιρετούσε οριστικά, το μικροαστικό της προφίλ.

Φτάσαμε έτσι στην μεταπολίτευση, όπου πλέον η Μυροβόλος αποτελούσε το στέκι ανθρώπων με πνεύμα, ανθρώπων που ψαχνόντουσαν σε μια Ελλάδα που άλλαζε και ζούσε την δική της Άνοιξη. Η πόλη μεγάλωνε και μαζί της και η φήμη της Μυροβόλου.

Σε μια κοινωνία που λατρεύει τον διπολισμό δεν άργησε να αποτελέσει έστω και άθελα της, το αντίπαλο δέος στο Μικρό Καφέ, δημιουργώντας μια άτυπη «ιδεολογική» κόντρα ανάμεσα στους θαμώνες των δυο μαγαζιών. Θαμώνας της Μυροβόλου και ο Αργύρης Μπακιρτζής, που με το καταπληκτικό τραγούδι του και την βραχνή, ιδιαίτερη φωνή του, έδωσε τροφή στην φαντασία ανθρώπων που ήρθαν στην Καβάλα με αφορμή την Μυροβόλο, για να πιούν ένα καφέ, και να κάνουν μια βόλτα μέχρι το πάρκο και στον γυρισμό κάποιοι, δυστυχώς όχι όλοι, πρόλαβαν να δούν και το Μικρό Καφέ. Η Μυροβόλος τραγουδήθηκε και τραγούδησε μαζί με τον κόσμο της, ταξίδεψε ανθρώπους κι έδωσε τροφή σε όνειρα, σε σκέψεις και φιλίες, κι άντεξε στα δύσκολα για να θεωρείται πλέον ιστορικό και κλασσικό στέκι, ένας ζωντανός οργανισμός που μαθαίνει από τους ανθρώπους και εξελίσσεται μαζί τους.

Έτσι φτάσαμε στο σήμερα να προσπαθούμε, ώστε μέσα από τους καλλιτέχνες που μας τίμησαν, αλλά και από αυτούς που θα μας τιμήσουν με την παρουσία τους στο μέλλον, με τραγούδια και ιστορίες που θα σας ταξιδέψουν, με ποτά να γεμίζουν τις νύχτες σας και καφέδες να ζωντανεύουν τα πρωϊνά σας μα πάντα και πάνω απ’όλα σεβόμενοι την ιστορία του χώρου μια ιστορία τόσο παλιά κι όμως τόσο νέα και πάντα επίκαιρη. Μια ιστορία που την σιγοψιθυρίζουν και οι αντίκες που βρίσκονται στον χώρο για να βοηθάνε τους παλιότερους να θυμηθούν και στους νεότερους να μάθουν για μια άλλη εποχή πολύ πιο ανθρώπινη από αυτήν που ζούμε τώρα. Όλα έχουν κάτι να σου πούν στην Μυροβόλο, έλα να τα ακούσεις, να τα δείς και να τα πιάσεις στα χέρια σου.